Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

ΦΤAIΣ

                      ΑΝΔΡΕΑΣ Δ. ΒΑΤΙΣΤΑΣ















ΦΤAIΣ































ΦΤAIΣ

Σύρθηκα φιδίσια στο στέρνο σου
πονηρό μου όνειρο.
Άλειψα με λάσπη το εγώ μου
κ’ άναψα φωτιά στο ύψος.
Η κάπνα έτσουξε, τρέξαν δάκρυα,
δάκρυα που πότισαν
το λουλουδένιο βήμα σου.
Οι γραμμές παράλληλες πέρασαν
Τις γραμμές του τρένου μου.
ΦΤΑΙΣ !!!
Ναι φταις για κάθε μπλε
Φταις για κάθε φτύσιμο στο φως.
Ξεκουράσου και χόρεψε.             





ΞΑΠΛΩΣΕ

Ξάπλωσε το κορμί σου στ’ άχυρα
Ψάξε για τη βελόνα που έχασες τότε,
Τα καβουρδισμένα λάχανα μύρισαν.
Τότε ο τράγος έψαχνε για μήλα,
Αν και ήταν τα δένδρα κοντά
Οι θάμνοι είχαν για δουλειά τους την σκιά.
Το μελάνι λιγόστεψε – το κενό γέμισε,
Ίσως ο λόγος του γεμάτου κενού.                       
Ίσως ήταν ο λόγος, αλλά όχι,
Θα ψάξω στο γεμάτο κενό
να βρω τις αναλάμψεις
της παρανοϊκής εκστρατείας
που άρχισαν οι στρατιές του μυαλού μου
πέφτοντας θα κολυμπήσω
στα  νερά του ονείρου
ξαπλωμένος κι όρθιος
απέναντι στην ήρεμη στάσιμη λίμνη σας.
ΝΑΙ !!!!!!!!!!!





ΘΕΪΚΟΙ ΒΩΜΟΙ

Η μεγάλη μπόρα δεν ξέσπασε.
Οι γκαμήλες ήσυχες, κουβαλάνε
ακόμα τις καμπούρες τους και
τα σκυλιά  δεν μιλάνε ανθρώπινα.
Κάποια παλιά συγγράμματα,
κάποιες παραδόσεις
μας έχουν κάνει να πιστεύουμε
στο σκληρό και άδικο χαμό μας,
γιατί θέλουν να πιστεύουμε
στους άδικους θεούς τους,
που με φόβους πονηρούς
μας έχουνε ποτίσει. 
Φόβους που μας κάνουνε
ψηλά να μην κοιτάμε.
Ίσως να’ ναι και καλύτερα
γιατί πολύ από ‘μας δεν ξέρουν
πότε και πόσο να πετάνε.





ΥΠΝΟΣ

Τα βλέφαρα γονάτισαν
μπρος στον ερχομό σου,
καθημερινέ μου σύντροφε
μελλοντικέ βαρκάρη.
Τα μάτια τσούζουνε θολά,
τα μέλη παραδομένα.
Οι ανάγκες οι φυσικές
ανιαρές – παντοτινές
το νόημα της ζωής μας.
Ζούμε γι’ αυτές, απ’ αυτές, μ’ αυτές.
Ύπνος, νύστα, ζάλη,
Κρεβάτι, σπίτι, γη.
Είναι ώρα.





ΠΕΡΑ

Πέρα από τα σύνορα,
πέρα από τον άνεμο,
μαζί με τις φάλτσες νότες μου,
ο καθισμένος ονειροκρίτης
μετρά τις ορέξεις μου,
αγκαλιάζει την κάθε κίνηση,
χαϊδεύει τα σχέδια..
Εκείνες οι πόρτες πάντα
στο πρόσταγμά μου ακούνε.
Κάθε φορά βλέποντας
να ανοιγοκλείνουν μόνες,
χαμογελά και σκέφτεται
και στον καθρέφτη του μπροστά
χτενίζει τις τούφες
σε όλο το κορμί του. 





ΑΝ ΚΑΙ Ή ΟΧΙ ΕΓΧΡΩΜΑ Ή ΜΗ

Γραμμένες από λιθάρια αράδες
βγαλμένες από πιθάρια χαρακιές
παρατεταμένα ζωνάρια,
ζωντανά να περνοδιαβαίνουν
στις χαράδρες των συκωτιών μας
κοιτάζοντας ανάποδα.
Εγκέφαλος
Μπροστά μας άσπρα και μαύρα
Ψάχνοντας απεγνωσμένα για
Έγχρωμα όνειρα
Αρχίστε μάχες και αίμα βαθιά στο μέλλον
Σήμερα αν και ή όχι εκδρομή
Έγχρωμο αν και ή όχι το δώρο
Ένα αν και ή όχι περισσότερα τα μηνύματα.
Όλοι περπατάμε σκυφτοί
Έχει γεμίσει η γη με τραπουλόχαρτα
Ας είναι περιμένω.





ΧΤΕΝΙΣΟΥ

Ανατέλλοντας στις έξι φεγγαρόφωτες οπτασίες
Συνάντησες τις μεγάλες ορέξεις,
έσταξες πάνω.
Καθαρίζοντας τα μυαλά του καλού
παίξε με τις μπούκλες που παίζει η μικρή
και όταν θα κουρεύεσαι
κοίτα τα μαλλιά σου  στο πάτωμα
τα πόδια στο ταβάνι φορούν
μικρότερα παπούτσια και πονούν.





ΠΑΡΕ  ΕΝΑ  ΓΟΥΡΙ

Καλημερίζοντας τις άδεις τσέπες μου
κατέβηκα στο καρέ της αποτυχίας
περιμένοντας τις ανατιμήσεις
προσμένοντας τις δουλειές με το τσουβάλι
Σκαρφάλωσε στις φωλιές του Αετού
πάρε ένα αυγό
κράτα για γούρι
το κόκαλο του βίσωνα
που ξεπάστρεψε το μεγάλο σκουλήκι
όταν ανέβηκε το λάκκο
τη πρώτη του μήνα.





ΞΥΛΙΝΕΣ ΠΕΤΡΕΣ

Εδώ ψηλά στις ξύλινες πέτρες
Αρχοντικά στο διάβα μας
παρελθοντικές  φαντασιώσεις στα απόκρυφα
αναστατωμένες ορέξεις στο υπέροχο.
Πάγος χιόνια ανατολή περίπατος.
Ανυπόμονα λουζόμαστε με αναμνήσεις
που δεν ζήσαμε ποτέ.
Βγαίνει ήλιος βγαίνει ήλιος…
σε άκουσα, καθώς καθόσουν
στο παράθυρο αναπολώντας,
και εγώ καθόμουν να κοιτώ
την βρύση να ανοίγει μόνη
χωρίς το άγγιγμά μου…





ζωγραφίζοντας τις μύριες μνήμες μου άκουσα τη φωνή σου στα δάκριά μου





ΟΤΑΝ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΘΕΟΙ

Περνοδιαβαίνοντας στο κορμί σου
ανασαίνω με τη πνοή του ήλιου
στα γάργαρα ρυάκια σου
σέρνοντας το βλέμμα μου
στο κάθε πόντο σου
ανάβοντας τους πυρσούς της Ανατολής
κάθε στιγμή μου πλάι σου
γλιστρώντας στις φλέβες
τα μάτια, τα χηλή
λούζομαι τα χρώματα
πίνοντας τις στιγμές
κλείνοντας τα βλέφαρα
ξεκολλώντας τα γήινα
αγκαλιάζοντας τα αστέρια
όταν γινόμαστε θεοί.





ΣΤΡΑΒΕΣ ΟΧΙ ΒΛΑΒΕΣ

Αφυδατωμένα πέτρινα χείλη
Φτύνουν τις κατουρημένες ποδιές
Ανάβοντας τα απανωτά τσιγάρα
πονοκεφαλιάζοντας στο φεγγάρι εκεί.
Αφυδατωμένα σκουμπριά και
βέλγικα πριόνια τρώγοντας
τα χαλασμένα βέλη.
Χαράτσι στη λίμνη
πέρα από τις στάσιμες πέτρες.
Πέσε χθες από Λαζάρους
Θαύματα που δεν έγιναν
Θαύματα που θα γίνουν
Συγγράμματα φρενοβλαβούς
Φαγητά ηρώων πατούμενα
Και γραμμές από διαβήτη
Στραβές όχι βλαβες, ευθείες.





…ΟΝΤΑΣ

Κυλώντας στις σκέψεις
έφτασαν στα χνώτα
φιλί.
Παίζοντας με λέξεις
έφτασαν στη σκέψη
νους.
Γνέφοντας με χέρια
έφτασαν στο σώμα
άγγιγμα.
Κοιτάζοντας στα μάτια
έφτασαν στα αστέρια
αγάπη. 





Ο ΔΙΠΛΑΝΟΣ

Κοιτάζοντας με τα μάτια της χελώνας
έβλεπα λαγούς να με περνούν
Κυλώντας στο σάλιο μου σαν σπέρμα
έβλεπα τις σκνίπες να πετούν

Σέρνοντας το σώμα μου στο χώμα
με τάραζε ο καλπασμός τους
ακούγοντας το βουητό από τα φτερά μου
τα έβλεπα να περνούν ωκεανούς

Πάντα δίπλα μου δεν ήμουν εγώ.





ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΟΥΝ

Αλλά μπορούν να σηκώνουν
τις μεγάλες σκέψεις
τα σχέδια
Αλλά μπορούν να ακούνε
τις ουτοπικές μάσκες
τα όνειρα
Αλλά μπορούν να απαντάνε
σε παιδικές ερωτήσεις
την αφέλεια
Αλλά μπορούν να κοιτάζουν
το γύρω κόσμο
με στοργή
Αλλά τα αφτιά λιγοστά δίπλα τους.





ΖΗΤΙΑΝΟΙ

Καθώς περνάς αδιάφορα σοκάκια
κλωτσάς το τσίγκινο καπάκι
μια με το δεξί μια με το αριστερό
μετράς τις πλάκες του πεζοδρομίου
τα βήματα τις πατημασιές.
Ελάττωσε τις κουβέντες που ακούς
Στα δένδρα που μεγαλώνουν για να
στολίσουν τα σαλόνια μας
Στα ζώα που μεγαλώνουν  
για να θρέψουν τα παιδιά μας
Στους κήπους που τρέφουν τις σαλάτες μας
Στα σχολεία που εκτρέφουν τα γρανάζια σας
Στα γραφεία πίνουν τις σκέψεις μας
Στα κόμματα που γλύφουν τις πληγές μας
Και σε όλους ζητούν μέρες από τις μέρες μας
και τροφή από τα μυαλά μας
Μέσα στα στα.
Γρονθοκοπάς το είναι σου
Τραβολογάς τα αρχίδια σου
Θυσιάζεις τη σκέψη σου
Σταυρώνεις τους Χριστού σου
Καθώς θα σέρνεσαι σαν τα δάκρυα στα χείλη
Μόνο να σκέφτεσαι, να μη δακγώνεσε
Να  κοιτάς να περιμένεις.





ΠΑΡΑΜΑΝΕΣ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΥ

Παραμάνες του άσπρου
Καθισμένες εικόνες περιμένουν
μετρώντας ιστορίες
παίζοντας στο τίποτα
Το περπάτημα στα χρώματα
κουλουριασμένα ζωντανά αγκίστρια,
αυτά που σε γραπώνουν
καθώς σκέπτεσαι το έργο
ακίνητος περιμένεις
το ξέσκισμα της σάρκας
στις επόμενες κινήσεις.





ΧΤΕΝΙΣΕ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ

Κατάκοπα χτένισε τα δάκρυα
ορθώνοντας ανύπαρκτες σκέψεις.
Μωσαϊκά από εγκεφάλους
διαλέγουν όνειρα σε ανυποψίαστους διαβάτες,
όπως όταν σκουπίζεσαι με ροζ πετσέτες
Πετάτε του κροτάφου το μεδούλι την ανατολή
Φέρνει παράγοντες
Φέρνει εργαλεία
Φέρτε μου μια στάμνα
           με (μεδούλι) αγκίστρια
Καθώς θα γεύομαι
θα ρεύομαι φαγωμένες φιλοδοξίες.





ΘΕΤΟΣ

Θετός ο σκύλος του ραγιά
αντικρούοντας τη ρετσινιά
στυλώνοντας το ανάστημα
πολλών χιλιάδων χρόνων.
Σκαλίζοντας τα γράμματα
νέοι ρόλοι από παλιές συνταγές
οι χρόνοι της αντάρας ζυγώνουν
Οι λαοί ζητιάνοι
για ψίχουλα ανάμελοι ύπνου,
όταν οι εφιάλτες
χορούς περίτρανους
στα προσκεφάλια μας έχουν στήσει.
Τα σχοινιά από τις μαριονέτες λάσκαραν,
κινούνται μόνες,
να προσέχετε καραδοκούν.





Ο ΖΑΒΟΣ ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ

Απρόσμενα λογοκρίνατε το ζαβό εργολάβο
τα μύρια ψέματα που ήρθαν
από τη κουφή μαντόνα πέρασαν
άνεμος νερό και θειάφι.
Ρεύοντας μια βαθιά αρμαθιά από λιανά,
αναστενάξατε καθώς  περιμένατε
τα μεγάλα νέα στη σπηλιά του αυγού.
Οι σπηλιές ετούτες αν και κρύες
περνούν τις ώρες με βούτυρο
Πιάσε μερικά ποτήρια
χώστε στο κρανίο μερικό αλκοόλ
ρουφήξτε μερικό πυκνό καπνό
Γδύνοντας τα ρουθούνια
ρινίσματα λόγου μπαίνουν,
φτάνοντας στα κατάβαθα
ρέψου.
Άλλη μια γουλιά καταλύτη φορέστε.
ριχτά να φωράται τις σκιές
σας πηγαίνουν περισσότερο,
ειδικά όταν αρμέγετε μύγες καλοκαιρινές,
φτιάχνοντας ζωγραφικά κείμενα
ακούγοντας μελωδικούς πίνακες
Αγναντεύω τα μάτια της
                           όλες τις μέρες
Κοιτάζονται σε πέρα από τις
                            μεμβράνες
Βλέπω τις λύσεις εκεί μέσα
                             στο κρανίο
Εκεί μέσα στα σπλάχνα μας





ΣΥΡΑΜΕ…

Σύραμε τα ακίνητα
ψηλά στα ανύπαρκτα
φορέματα ύποπτα
του ζαβού εργολάβου
στον Αρχηγό.
Περάσαμε χάντρες
στα μολυβένια σήματα
σε τροχαλίες και νήματα
του ξέφρενου ρυθμού.
Τρέχοντας με παραγγέλματα
χωρίς λογίς αισθήματα
ανυποψίαστα σήματα
φτάνουν στη λαλιά
του πατημένου πουλιού.
Δεμένα τα φτερά στη γη.





Πετάξαμε μια αρμαθιά κοτόπουλα
στο στόμα του γύπα.
Τάφτησε
Ήταν ζωντανά.




 ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ

Αφήστε τα παχιά τα λόγια
ξεκάνατε το χειμώνα
στα φύλα της αμυγδαλιάς
Τρανά πελεκήσατε τις στριγκλιές σας
στα εξ ουρανού τα τάλιρα.
Όταν τα νομίσματα θα σας δαγκώνουν
με δόντια κοφτερά
Επώδυνα να οργώνετε
στο στρώσιμο του δρόμου
που θα διαβεί το θεριό.
Μην και πέσουν τα αφτιά σας
εκεί κοντά στο χώμα
που θα είναι νωπό
από τις βροχές των ματιών.